P▲P▲RIZU

Μπορούμε με ασφάλεια πλέον να μιλήσουμε για τον κυκλώνα του witch house.

Η Παπαρίζου… witch house!

Γιατί, είναι πιο έξυπνοι αυτοί οι ξένοι; Με αφορμή την εμφάνιση του πιο μεγάλου σταρ του είδους, του Oneohtrix Point Never -όχι ακριβώς του witch house, αλλά είναι κι αυτός του σιναφιού- στην Αθήνα την επόμενη Πέμπτη, και ενώ έχει γεμίσει το ίντερνετ με κομμάτια με αργόσυρτα beat (που τα παίζουν δηλαδή σε πιο αργές στροφές), ορίστε και η witch house έκδοση της Παπαρίζου από κάποιον ευφάνταστο Έλληνα, και πιο «πειραματική» από ποτέ.

(πηγή: http://www.iefimerida.gr/news/1861/%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%E2%80%A6-witch-house )

Tagged

Η Φωνη Του Αλλου: Jacques Derrida και Ornette Coleman

Η συναντηση μεταξυ του σαξοφωνιστα/συνθετη Ορνετ Κολεμαν και του φιλοσοφου Ζακ Ντεριντα οπως καταγραφεται εδω, πραγματοποιηθηκε στα τελη του Ιουνη και τις αρχες του Ιουλη του 1997, πριν και κατα την διαρκεια τριων κονσερτων στην Λα Βιγιετ, ενα μουσειακο συγκροτημα που φιλοξενει, μεταξυ αλλων, τις ερμηνευτικες τεχνες και το παγκοσμια γνωστο Ωδειο του Παρισιου. Εδω ο Ντεριντα συζητα με τον Κολεμαν τις αποψεις του για την συνθεση, τον αυτοσχεδιασμο, την γλωσσα και τον ρατσισμο. Το πλεον ενδιαφερον ισως σημειο της συζητησης τους εγκειται στην συγκλιση των αντιστοιχων ιδεων τους σχετικα με τις «γλωσσες καταγωγης» και τα βιωματα που εχει προκαλεσει και στους δυο η φυλετικη προκαταληψη.

 

Continue reading

Tagged ,

The Front (1976)

Μία από τις ωραιότερες ταινίες που έχω δει. Στην αμερική του 1953, ο Γούντι Άλεν υποδύεται έναν ταμία που αναλαμβάνει ρόλο δημόσιας βιτρίνας για σεναριογράφους που βρίσκονται στην μαύρη λίστα του μακαρθισμού και έχουν μπλοκαριστεί απο την αγορά εργασίας. Τόσο ιστορικά όσο και κινηματογραφικά αξίζει και με το παραπάνω.

and if you should survive to a hundred and five

look at all you’ll derive out of being alive

Tagged , ,

I Belong To The ________ Generation

Το παρακάτω κείμενο αποτυπώνει μία σειρά προβληματισμών σχετικά με τον ρόλο τον νέων εργαζομένων στις πολιτικές συζητήσεις για την ανεργία. Σκοπός του φυσικά είναι να δώσει έναυσμα για συζήτηση και όχι να συνταγογραφήσει κάποια λύση. Το κείμενο μπορεί να βρεθεί και στον ιστότοπο της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων και όποια συζήτηση ή σχόλιο πάνω στο κείμενο θα ήταν προτιμότερο να γίνει εκεί. 

I Belong To The _______ Generation1

Νέοι εργαζόμενοι και κινητοποιήσεις των ανέργων.

Στην αρχή της ταινίας “Reality Bites” (1993), η Winona Ryder, υποδυόμενη την αριστούχο του πανεπιστημιακού έτους της, απευθύνεται στους τέως συμφοιτητές της στην τελετή αποφοίτησης:

Και αναρωτιούνται γιατί εμείς που διανύουμε τα 20 αρνούμαστε να δουλεύουμε 80-ωρες εβδομάδες προκειμένου να μπορέσουμε να αγοράσουμε τις BMW τους. Γιατί δεν ενδιαφερόμαστε για την αντικουλτούρα που έχουν κατασκευάσει. Λες και δεν τους είδαμε να ξεκοιλιάζουν την επανάστασή τους για ένα ζευγάρι παπουτσιών τρεξίματος. Αλλά το ερώτημα παραμένει: Τι κάνουμε απο εδώ και πέρα; Πώς επισκευάζουμε όλες τις ζημιές που κληρονομήσαμε; Η απάντηση είναι απλή. Η απάντηση είναι… Η απάντηση είναι…

Δεν ξέρω.”

Η ταινία συνεχίζει με την παράθεση της ανέλπιδης πορείας του κάθε πρωταγωνιστή. Ο ξεπεσμένος άνεργος αλλά κρυφά ελπίζων ρόκερ που “απέχει μόνο μερικούς πόντους IQ απο ένα πτυχίο φιλοσοφίας”. Η πρώην αριστούχα που διδάσκεται βιωματικά την πραγματική διάσταση αυτών που βροντοφώναζε στην αποφοίτησή της. Η φίλη της που εξυγιαίνει την εργασία της στην GAP με μία υπερκινητική σεξουαλική ζωή, θεωρώντας μάλιστα το τεστ για AIDS “τελετή ενηλικίωσης”. Ο ανηδονικός γιάπης που πασχίζει να αποκαταστήσει τις “απλές απολαύσεις” που του κόστισε η εργασιακή σταθερότητα. Ο ομοφυλόφιλος φίλος τους, ο οποίος φαίνεται πως έχει σημασία στον κόσμο της ταινίας μόνο ως ένα διακοσμητικό γελαστό παιδί που κάποια στιγμή αποκαλύπτει την μη-κανονικότητά του στους γονείς του.

Κι αν οι σταρ δεκαετίες πριν εγκατέλειψαν την θεϊστική τους υπόσταση και προσπάθησαν να εμφανιστούν στο πανί σαν είδωλα των θεατών τους, αυτό δεν σημαίνει ότι το πέτυχαν ποτέ. Όσο ηρωική και γειωμένη κι αν ακούγεται η ομίλια της Winona, δεν είναι τίποτα άλλο από την φυσική τάση της πολιτιστικής βιομηχανίας της δεκαετίας του ’90 να υπάγει τις αλλαγές στην κατάσταση της εργασίας σε μία νέα συνθήκη κουλτούρας με ενδεχόμενη εικαστική αξία.

Έγινε κοινώς γνωστή ως Generation X απ’ το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα Douglas Coupland και παρουσιάστηκε ως η νέα γενιά εργαζομένων, αποκλεισμένη απ’ το αμερικάνικο όνειρο, οριοθετημένη στην πραγματικότητα της McJob2, με μοναδική δυνατότητα φυγής και επιβίωσης το πολιτιστικό κεφάλαιο – όπως μας πληροφορεί και η παραπάνω ταινία, όπου η ελπίδα έρχεται με την μορφή μιας ευκαιρίας για το γύρισμα ενός σήριαλ για την ζωή των πρωταγωνιστών. Στον αντίποδά της εικόνας αυτής, τα μεσήλικα και υπερήλικα μεσαία στρώματα της χρηματοπιστωτικής ευδαιμονίας των αμερικάνικων προαστίων, ίδια κι απαράλλακτα απο την δεκαετία του ’50.

Αυτό που αποτελούσε το ζοφερό παρόν της Generation X το 1993, σήμερα έχει φτάσει να αποτελεί την ονειρική διεκδίκηση της Generation Y. Η επισφάλεια, αγγίζοντας με ταχύτατους ρυθμούς την απόλυτη μορφή της, έχει μεταστρέψει την McJob σε Dream Job. Η παγκοσμιοποιημένη συντριβή του κράτους πρόνοιας έχει κάνει την αποπνικτική φτώχεια της φυγής απ’ το σπίτι να θεωρείται προνόμιο σε σχέση με τον οικογενειακό εγκλεισμό. Ο κατακερματισμός και το οικονομικά απροσπέλαστο της πολιτιστικής παραγωγής αρκεί για να τοποθετήσει το MTV της δεκαετίας του ’90 σε μουσείο. Και στην Generation X του τότε έμειναν χρεωμένες κάρτες, μία αδυναμία αυτοκαθορισμού και μία ανεκπλήρωτη φαντασίωση για την Winona Ryder, το απόλυτο ίσως σύμβολο της γενιάς της. Ειρωνικά, στο “Stay Cool” του 2009, 16 χρόνια αργότερα, η Winona υποδύεται μια 37χρονη, που μένει με τους γονείς της έχοντας αγκυροβολήσει στην McJob του τότε.

Είναι όλα αυτά όμως ένα παραμύθι από μία μακρινή εποχή, ανόμοια με την σημερινή; Είναι η αιώνια επιστροφή της πρωτο-εργαζόμενης νεολαίας; Είναι η 30-40χρονη Generation X του σήμερα, η αρχετυπική εικόνα του ανέργου, στην ίδια συνθήκη με την “Generation Y”; Και το βασικό ερώτημα: Σε όποια στρατιωτικοποίηση του πεδίου της εργασίας, υπό ποιές συνθήκες είναι ανεδαφικός, άχρηστος ή βλαβερός ο διαχωρισμός (έστω και με την μορφή υπαγωγής σε μία κουλτούρα όπως η Generation X) μεταξύ της “έμπειρης” μάζας των εργαζομένων και του “ακατέργαστου” νεαρού υλικού;

Οι πιθανές απαντήσεις είναι πολλές. Ωστόσο, μια στατιστική, ψυχολογική, κοινωνιολογική ή οικονομολογική απάντηση, όσο κι αν μπορεί να ενταχθεί σε κάποιο πλάνο φώτισης για την κατάσταση της (μη) εργαζόμενης μάζας στην ελλάδα του 2012, παραμερίζει κάθε δυνατότητα πράξης. Ενδιαφέρον έχει μια πολιτική απάντηση, που παρά τις όποιες “γνωσιακές” αυθαιρεσίες της, στοχεύει στην πυροδότηση της συλλογικοποίησης και στην επένδυσή της στο πεδίο των αγώνων. Τουτέστιν, μία απάντηση που δημιουργεί υλικά την αλήθειά της.

Η κοινωνιολογική απάντηση που ψάχνει να οριοθετήσει την εργασιακή πραγματικότητα στην ταμπέλα της Generation Y απέχει έτη φωτός απ’ την πολιτικοποίησή της, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η “Γενιά των 700 Ευρώ” χρησίμευσε μόνο για ντοκιμαντέρ και άρθρα εφημερίδων, αριστερών και μη. Συγκεκριμένα, ως καλούπι της, χρησιμοποιήθηκε η εικόνα του άριστου φοιτητή με την υψηλή τεχνική εξειδίκευση που μετακόμιζε σε κάποια σκανδιναβική ή κεντροευρωπαϊκή Σάνγκρι-Λα όπου η οικονομική ανάπτυξη επέτρεπε στην εργασία του να εκτιμηθεί και τα τρένα έρχονταν στην ώρα τους. Αυτό αφορούσε βέβαια κυρίως τα μεσαία στρώματα, με την ευχέρεια να δρομολογήσουν και να υποστηρίξουν την εκπαίδευση και την μετακόμιση (και όχι μετανάστευσή) τους. Η εγχώρια πραγματική “Γενιά των 700 Ευρώ” ουδέποτε είδε 700 ευρώ και ουδέποτε επέλεξε να ονομαστεί έτσι.

Και εγένετο κρίση. Και πάει η Σάνγκρι-Λα. Και μαζί της η κάθε ρητορεία (προς το παρόν τουλάχιστον) για την Γενιά ______ .

Είχα βρει σοκαριστική την φράση ενός χαμηλόμισθου Γερμανού νοσοκόμου πριν τρία χρόνια, όταν ήμουν 21 χρονών: “Δουλεύω σερί Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή με δύο 4ωρα διαλείμματα για ύπνο, αλλά είμαι χαρούμενος γιατί έχω δουλειά ενώ άλλοι δεν έχουν.” Τις λέξεις “είμαι χαρούμενος” δύσκολα μπορούσε κάποιος να φανταστεί τον εαυτό του να τις χρησιμοποιεί σ’ αυτό το πλαίσιο. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αν μιλούσε ελλείψει κριτικής ικανότητας ή αν δήλωνε μία αναπόφευκτη πραγματικότητα. Και εδώ παρουσιάζεται ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ άνεργου και νέου εργαζόμενου: Γνωρίζει – σε κάποιον βαθμό – την λειτουργία της παρούσας οργάνωσης της εργασίας, αδυνατεί ωστόσο να αξιολογήσει τις πραγματικές επιπτώσεις της ανεργίας στην ποιότητά ζωής του και τα όριά τους. Εν αντιθέσει με τον εργαζόμενο που μένει άνεργος, ο νέος εργαζόμενος δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει δουλειά, δεν κατέχει κάποια εμπειρική ειδίκευση που μπορεί να τον “τεκμηριώσει” στα μάτια του εργοδότη και – ακόμα και όταν βρεθεί περιστασιακά απασχολούμενος – αδυνατεί να κατανοήσει σε βάθος την φύση της εργασίας του, τόσο ως προς την εργοδοσία όσο και ως προς την ζωή του και να φερθεί ανάλογα.

Η υπαγωγή αυτής της μάζας στην ευρύτερη μάζα των ανέργων μεταθέτει στα ψιλά γράμματα αυτήν την πραγματικότητα. Και όχι μόνο φιλολογικά. Ο νέος εργαζόμενος δεν ορίζεται απλά στην τωρινή συνθήκη της επισφάλειας. Στο μακροπρόθεσμο πλαίσιο είναι αυτός που ορίζει την νέα οργάνωση της κοινωνίας. Είναι προς στιγμήν δύσκολο να προβλέψουμε τις επιπτώσεις που θα έχει η μαζική αδυναμία αποταμίευσης. Είναι αδιανόητη η επιρροή στον θεσμό της οικογένειας αν απαλλαγεί από το οικονομικό κόψιμο του ομφάλιου λώρου, αν το αιώνια παιδί δεν φύγει ποτέ απ’ το σπίτι. Και προφανώς, ούτε με την ισχυρότερη επαγωγική σκέψη δεν μπορεί να προεικονιστεί η δυνατότητα συλλογικής αντίστασης που αυτά θα επιφέρουν.

Και εδώ διαφαίνεται σιγά-σιγά το επιστημολογικό ατόπημα της κινηματικής διαπραγμάτευσης, ένα ατόπημα που έγινε ίσως πιο εμφανές από ποτέ στις λαϊκές συνελεύσεις του καλοκαιριού του 2011: Η ιστορική συνήθεια να ανάγονται οι πραγματικότητες των εκμεταλλευόμενων σε μακροσκοπικές κατηγορίες. Αυτό που σαρκαστικά χαρακτηρίστηκε “group therapy” αναφορικά με τις τοποθετήσεις ανθρώπων χωρίς κινηματική εμπειρία και βιβλιογραφική κατεργασία ίσως υποδεικνύει μία προσπάθεια άρσης των ορίων του θεσπισμένου κινηματικού λόγου και ενδεχομένως, ένα “παράπονο” απέναντι σ’ αυτόν, για την αδυναμία του να εκφράσει κάτι που τον αφορά. Η υλική διάσταση αυτού του φαινομένου είναι ίσως ένας από τους λόγους που όσο κι αν επιχειρεί να αυτοξεπεραστεί, σε έναν βαθμό η πολιτική συσπείρωση συμβαίνει ακόμα υπο ιδεολογικούς όρους.

Έτσι δημιουργείται ένα διττό πρόβλημα μαζικότητας. Αφ’ ενός μεγάλο μέρος του δυνάμει αγωνιζόμενου πληθυσμού απομακρύνεται από τις πιθανές διεκδικήσεις του και αφ’ ετέρου οι πράξεις αγώνα υποτιμούνται ως απλές εκκεντρικότητες μίας απομακρυσμένης κοινότητας. Η συνήθης λύση γι’ αυτό περνάει στο στρατόπεδο του λαϊκισμού. Υποχωρούν οι απόψεις με σκοπό να γίνουν πιο διαπραγματεύσιμες. Ασχέτως του ηθικού κόστους ενός τέτοιου τσαρλατανισμού, βρίσκεται μακριά από το πραγματικό πρόβλημα, το πρόβλημα της εγγύτητας, με την έννοια του απτού ορισμού ενός αγωνιζόμενου υποκειμένου το οποίο να περιέχει εννοιολογικά και διαδικαστικά τις διεκδικήσεις και την υπόσταση του πλήθους που το συγκροτεί.

Έτσι, ακόμα κι αν ο εγκλεισμός του νέου εργαζόμενου στην οικογένεια είναι ίδιος με την επιστροφή του ανέργου στο πατρικό, ακόμα κι αν η επισφάλεια ή μη απασχόληση του ενός είναι ίδια με του άλλου, ακόμα κι αν οι καταβολές της Generation X δημιουργούν το υπόβαθρο της Generation Y ή ακόμα κι αν οι νέες συνθήκες εκμετάλλευσής που θα θέσει η παρούσα κατάσταση είναι κάτι πολυ μακρινό, οι ψυχολογικές και πολιτιστικές διαφορές τους δεν τους επιτρέπουν να συλλογικοποιηθούν κοινά. Εκεί όπου δεν τίθεται πρόβλημα τυπικής επιβίωσης (αν και μπορεί να διογκωθεί και αυτό), η παραμονή στην οικογενειακή εστία και η άκρατη, ανηδονική, πολυετής και επίπονη φτώχεια δημιουργούν επιθυμίες και προβλήματα διαφορετικής υφής και αντίληψης.

Στον αντίποδα της μακροσκοπικής κοινωνιολογικής κατηγορίας που αδυνατεί να συνυπολογίσει αυτές τις διαφορές, δεν βρίσκεται το group therapy (η μεμονωμένη παράθεση της βιογραφίας του καθενός) αλλά η δυνατότητα πολιτικής συνάντησης με άξονα την εγγύτητα. Η παλαιού τύπου άκριτη μαζικότητα – συμφωνώντας με τον σύντροφο Πολυεργαλείο – που παραπέμπει στην αρχέγονη, αναμφίβολα αναποτελεσματική δομή-κόμμα, μπορεί να αναπαραχθεί και σε μικρότερης εμβέλειας είδωλά της, όπως θα ήταν η ενσωμάτωση των νέων εργαζόμενων στην κουλτούρα του “εργασιακού” κίνηματος των ανέργων.

Αυτή η υπαγωγή συμβαίνει πρωτίστως στον χώρο και τον χρόνο της συνάντησης. Η προσπάθεια των νεότερων, λιγότερο έμπειρων πολιτικά και εργασιακά, να αποκτήσουν υπόσταση σ’ αυτή, οδηγεί συχνά σε έναν στείρο ανταγωνισμό λόγων με αφηρημένες κατηγορίες. Οι νέοι εργαζόμενοι γίνονται Δέκα Μικροί Negri. Ταυτόχρονα, η ηλικιακή “δικαιολογία” της ανεργίας και η όποια ασφάλεια μπορεί να έχουν από την οικογένεια, ενδέχεται να οδηγήσει στην αυτο-υποτίμηση των προβλημάτων τους σε σχέση με αυτά των πρώην εργαζομένων που έμειναν άνεργοι και είναι εύκολο να εσωτερικεύσει την προβληματική της ανεργίας τους, μεταθέτοντάς την σε τύψεις για την “τεμπελιά” τους. Ως αποτέλεσμα, το ήδη-πολιτικοποιημένο κομμάτι της μάζας των νέων εργαζομένων, βρίσκεται σε διαρκή αποξένωση από τις διαδικασίες του και είναι πιθανό να θεωρήσει την πολιτική δραστηριότητα από τα κάτω χόμπι και εν καιρώ να εγκαταλείψει την όποια επιθυμία του για συστηματική διεκδίκηση.

Το δε κομμάτι χωρίς πρότερη συστηματική πολιτική εμπειρία (π.χ. μέσω της σχολής του ή κάποιου στεκιού ή κατάληψης), ήδη διχασμένο με τους νέους εργαζόμενους με πολιτική εμπειρία, απομακρύνεται εις διπλούν. Η κουλτούρα που διαμορφώνει η πολιτικοποιημένη κοινότητα στο σημείο που “δεν έχει βγει στην πραγματική ζωή” και “σιγά, τι προβλήματα έχει, τον ζει ο μπαμπάς και γκρινιάζει” επικαλύπτει σε τεράστιο βαθμό το πολιτικό περιέχομενο της προ-εργασιακής πολιτικοποίησης. Φαίνεται στα μάτια των συνομήλικών τους σαν κοινότητα socializing, αφελής μίμηση της “πραγματικής πολιτικής” των “ώριμων εργαζόμενων ανθρώπων”. Η αποξένωση αυτή καταργείται σε μεγάλο βαθμό μέσω του ελεύθερου χρόνου, όπου αυτές οι κοινότητες συναντιούνται με κοινές συνήθειες και αποδαιμονοποιούν η μία την άλλη, ένα πράγμα που δεν είναι τόσο εύκολο να συμβεί με το ηλικιακο-εργασιακό χάσμα. Αν δε προσθέσουμε και το στερεότυπο του γανιασμένου άντρα εργάτη των βαρέων και ανθυγιεινών ως μοναδικού εκμεταλλευόμενου στον κόσμο, που τόσο συχνά συναντάμε να αναπαράγεται στις διαδικασίες αγώνα, λες και ο μεταφορντισμός δεν υπήρξε ποτέ, το χάσμα μεταξύ των νέων εργαζομένων που θα ήθελαν να διεκδικήσουν κάτι και στις βαμμένες αγωνιστικές κινητοποιήσεις γίνεται τεράστιο.

Ασχέτως λοιπόν των πιθανών αυθαιρεσιών που οδηγούν στον εννοιολογικό διαχωρισμό του νέου εργαζόμενου με τον πρώην εργαζόμενο άνεργο, ο διαχωρισμός αυτός μετατρέπεται πολιτικά στα εξής ερωτήματα: Απο την στιγμή που αποσκοπεί στην ευρύτερη και αποδοτικότερη συσπείρωση των νέων εργαζομένων, είναι αρκετά μεγάλη η μερίδα κόσμου που επιθυμεί να πολιτικοποιήσει τις ανάγκες του ώστε να δικαιολογηθεί ο διαχωρισμός από τις καθ’αυτό πρωτοβουλίες ανέργων; Η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, η δικτύωση και η αλληλοϋποστήριξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την υπαγωγή στις ταξικές δομές αγώνα; “Δικαιολογείται” η απόσταση απ’τους αγωνές για πολιτισμικούς/ψυχολογικούς λόγους ώστε να επιδιώκεται η εγγύτητα; Και τέλος: μπορεί η εγγύτητα να γεφυρώσει το χάσμα μέταξυ των αναγκών και της πολιτικής έκφρασής τους;

҇ I\Oρέστης

1 http://www.youtube.com/watch?v=hLlTnvepqQ4

2 Στο περιθώριο μίας σελίδας του Generation X, ο Douglas Coupland ορίζει την McJob ως “χαμηλών απολαβών, χαμηλού κύρους, χαμηλής αξιοπρέπειας, χαμηλού όφελους, χωρίς μέλλον δουλειά στον τομέα των υπηρεσιών. Θεωρείται συχνά μία ικανοποιητική επιλογή καριέρας από τους ανθρώπους που δεν δούλεψαν ποτέ σε μία.”

Tagged , ,

Ερημογραφια Ι: Pruitt-Igoe

Η μεταπολεμική Αμερική είναι ένας θησαυρός αφηγήσεων και πολιτισμού. Από τον μακαρθισμό, μέσα από τους Μαύρους Πάνθηρες και τα κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα του 60-70, στο hip hop και αργότερα στην Sarah Palin, τον Glenn Beck και τα Occupy κινήματα, η αμερικάνικη μηχανή υπήρξε επιτυχέστατη στο να υποδηλώσει την επισφάλεια της Ιστορίας, την αδήλωτη μάχη για το τέλος του κόσμου και την προσωρινότητα της ανθρώπινης δημιουργίας σε κατάσταση μετανεωτερικότητας. Αυτή η διευρυμένη αποσύνθεση του πεδίου της ανθρώπινης δημιουργίας μετέθεσε την κριτική γοητεία από την ρομαντική αφήγηση του αμερικάνικου ονείρου των γελαστών λευκών μεσοαστών Αμερικάνων ανδρών στην ανάδειξη ενός ολόκληρου κόσμου που έχει επικαλυφθεί από τον 1:1 χάρτη που εναπόθεσε ο μύθος του καπιταλισμού της ελευθερίας στο αμερικάνικο σώμα.

Είναι έτσι ένας καταραμένος θησαυρός ιστοριών, ωμών παραμυθιών με αποκλεισμούς και γκετοποιήσεις, διαφθορά και κυριαρχία που αναβάλουν το happy end για κάποια μελλοντική στιγμή που – όπως δήλωσε ο Francis Fukuyama ισχυριζόμενος ότι η νεοφιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι το τελευταίο πολίτευμα της Ιστορίαςδεν πρόκειται να έρθει ποτέ.

Με την πρόσφατη κυκλοφορία-αφιερώση του Kangding Ray στο κτιριακό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας Pruitt-Igoe, άδραξα την ευκαιρία να ρίξω μία ματιά στην ιστορία του.

Το St. Louis ήταν από τις πόλεις των ΗΠΑ που ασπάστηκαν σθεναρά τον θεσμικό ρατσισμό. Η ισχυρή παρουσία της Ku Klux Klan (η οποία – ίσως δυσανάλογα με την υπόλοιπη χώρα – κρατάει ως και σήμερα στην πολιτεία του Missouri) αποτελεί μεν μία ακραία ιδεολογικοποιημένη έκφανση του ρατσιστικού ήθους, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς νομική και πολιτισμική ανοχή. Η αναδόμηση της πόλης μετά τον τυφώνα του 1896, παράλληλη της τάσης φυλετικού διαχωρισμού του αστικού περιβάλλοντος σε όλη την Αμερική, οδήγησε το αστικό τοπίο του St. Louis σε μία μορφή άπαρτχαϊντ που την δεκαετία του 1940 στον βορρά φιλοξενούσε τον εκμεταλλευόμενο μαύρο πληθυσμό και στον νότο την λευκή αιτία εξαθλίωσής του.

Σε μία προσπάθεια που σήμερα θα ονομάζαμε “gentrification”, αποφασίστηκε να αξιοποιηθεί η γκετοποιημένη περιοχή DeSotto-Carr για την ανέγερση συγκροτημάτων κοινωνικής κατοικίας ύπο την κυριότητα της αμερικάνικης κυβέρνησης. Μέρος αυτού του πλάνου αποτέλεσε και η έκταση στην οποία υλοποιήθηκε το μοντερνιστικό ορθόδοξο Pruitt-Igoe, ένα έργο 33 κτιρίων 11 ορόφων στα οποία υπήρχε σαφής κτιριακός διαχωρισμός μεταξύ λευκών και μαύρων. Για μία πλειάδα λόγων, το Pruitt-Igoe απέτυχε ως εγχείρημα και εκκενώθηκε σταδιακά μέχρι την ολοκλήρωσή της κατεδάφισής του το 1976.

Μία αναλυτική ιστορία του Pruitt-Igoe μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στο t12 online και στα αγγλικά, το άρθρο της wikipedia είναι παραπάνω απο επαρκές για τα διαδικτυακά πλαίσια.

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να επανεγγραφεί η ιστορία του Pruitt-Igoe, κάτι που άλλωστε δεν είμαι και σε θέση να κάνω. Αντ’ αυτού, προτιμώ να τονίσω κάποια σημεία που μου άσκησαν μία ιδιαίτερη εικαστική (αναγκαστικά, καθώς η άμεση πολιτική, κοινωνική, γεωγραφική και πολιτιστική εμπειρία του St. Louis του 1940-1970 μου είναι μακρινή) γοητεία.

Στην ιστορία του Pruitt-Igoe, που αποκτά με χαρακτηριστική ευκολία διαστάσεις μύθου, συναντάμε την πρώτη κατάρρευση μοντερνιστικού κτιρίου, που θάβει στα συντρίμμια της τις αρχιτεκτονικές αξίες του μοντερνισμού. Οι εικόνες της κατάρρευσης υπερβαίνουν τον άμεσο συμβολισμό του τέλους μιας εποχής. Οι εποχές της Ιστορίας δεν παραδίδουν μεταξύ τους την σκυτάλη. Μεσολαβεί ο πόλεμός, η ασυνείδητη προσπάθεια της κάθε νέας οργάνωσης του κόσμου να διαλύσει, να υπονομεύσει, να γελοιοποίησει την προηγούμενη.

Το εκπληκτικό μαγνητοσκοπημένο υλικό της κατεδάφισης του Pruitt-Igoe δεν είναι ένα ανώδυνο διακοσμητικό. Βλέπεται πολύ πιο εύκολα ως τρόπος της νέας εποχής να περιφέρει εν είδει τρόπαιου το κεφάλι της προηγούμενης. Η αποτυχημένη Ιστορία της κρατικής πρόνοιας, η έλευση της ματαιότητας της συνεργατικής κοινωνίας, η κοινή παραδοχή – εντός κι εκτός γραμματείας – ότι καμία αξία δεν μπορεί να συμφιλιώσει τον πολιτισμό, κανένα πολίτευμα δεν μπορεί να ολοκληρώσει τον ακρωτηριασμένο άνθρωπο, καμία τέχνη δεν αποκαλύπτει το κάλλος και καμία γλώσσα την αλήθεια· αυτοί είναι οι λεκέδες του φιλμ που χάνονται απ’ την εικονολαγνεία του θεατή.

Έξω από την άμεση συμβολική τους χροιά, οι εικόνες του Pruitt-Igoe αποτελούν γραφήματα άγριας γεωμετρίας. Η συμπάγεια των αρχετυπικών ορθογωνίων, εικαστική έκφανση της λειότητας, της οικονομίας, της συμμόρφωσης και της ευελιξίας, αποτελεί στο πεδίο του πραγματικού την γενεσιουργό αιτία της τραχύτητας. Η λειότητα αφοπλίζει την παραγωγική ικανότητα του ασυνείδητου, η οικονομία δημιουργεί αχρησιμοποίητο πλεόνασμα δημιουργίας, η συμμόρφωση ορίζει αναποδοτικές μορφές ζωής και η ευελιξία λειτουργεί διαχωριστικά στο κατοικείν του πλήθους. Αυτή η αποστασιοποίηση είναι εμφανής και στα ντοκουμέντα του Pruitt-Igoe, όπου ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται πουθενά. Φαίνεται πραγματικά σαν να χτίστηκε απ’την Ιστορία και να κατεδαφίστηκε απ’την μαγνητοταινία ποζάροντας λάγνα στον φακό.

Η τραχύτητα, μοναδική παρεμβολή της ανθρώπινης δημιουργίας στον μύθο του Pruitt-Igoe, υπάγεται στην πολιτική Ιστορία των ΗΠΑ όσον αφορά τους ιθύνοντες της ανέγερσής του και στις κοινωνιολογικές μεταφράσεις της ζωής των κατοίκων του. Το ενδιάμεσο της ζωής δεν χωρά στον μοντερνιστικό μύθο του, ούτε ως αιτία θανάτου του. Ο άνθρωπος της αφαίρεσης κοιτάει τις φωτογραφίες ως ηδονοβλεψίας της καταστροφής ενόσω ο κυλιόμενος διάδρομος τον προωθεί στον ασαφή κόσμο του σήμερα.

Tagged , ,

GR†LLGR†LL

Η ζωντανή εργασία αυτού του κόσμου είναι για πολλούς αόρατη.

Tagged ,