Monthly Archives: March 2012

Ερημογραφια VI: Η Εκδικηση της Frances Farmer Στο Σιατλ

Ένα πανέμορφο κορίτσι, μία ιδιοφυία, μία κομμουνίστρια που αντιπαθούσε τους μπάτσους και τα μεγάλα κεφάλια των χολιγουντιανών στούντιο. Και ακόμα: μία τρελή, μία έγκλειστη, μία κλονισμένη, μία περιθωριοποιημένη. Και ακόμα: το κορίτσι που η μάνα της ακροβάτησε στο Λος Άντζελες για να αποδώσει την νευρική κατάρρευση της κόρης της στον Παγκόσμιο Κομμουνισμό. Και τέλος: το γλυκό αυτό είδωλο που στα 18 της έγραψε το παρακάτω κείμενο:

FRANCES FARMER

Ο Θεός Πεθαίνει

Κανείς δεν ήρθε ποτέ να μου πεί: “Είσαι ανόητη. Δεν υπάρχει Θεός. Κάποιος σε παραπλάνησε.” Δεν ήταν φόνος. Νομίζω ο Θεός πέθανε απλά απο γηρατειά. Και όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε πια, δεν ταράχτηκα. Φαινόταν φυσικό και σωστό.

‘Ισως να φταίει που ποτέ δεν εντυπωσιάστηκα καταλλήλως απο μια θρησκεία. Πήγα στο Κατηχητικό και μου άρεσαν οι ιστορίες για τον Χριστό και το Άστρο των Χριστουγέννων. Ήταν πανέμορφες. Η θύμησή τους έφερνε χαρά και θαλπωρή. Αλλά δεν τις πίστευα. Ο δάσκαλος του Κατηχητικού μιλούσε παρόμοια με την δασκάλα του σχολείου όταν μας έλεγε για τον Τζωρτζ Ουάσινγκτον. Ευχάριστες, όμορφες ιστορίες αλλά όχι αληθινές.

Η θρησκεία ήταν πολύ ασαφής. Ο Θεός ήταν διαφορετικός. Ήταν κάτι πραγματικό, κάτι που μπορούσα να νιώσω. Αλλά ήταν πολύ συγκεκριμένες οι στιγμές που μπορούσα να το νιώσω. Ξάπλωνα σε δροσερά, καθαρά σεντόνια την νύχτα μετά απο ένα μπάνιο, αφού είχα πλύνει τα μαλλιά μου και είχα βουρτσίσει τις γροθιές μου και τα νύχια και τα δόντια. Τότε μπορούσα να ξαπλώνω ακίνητη στο σκοτάδι με το πρόσωπο μου στραμμένο στο παράθυρο με τα δέντρα μέσα του και να μιλάω στον Θεο. “Είμαι καθαρή τώρα. Ποτέ ξανά δεν υπήρξα τόσο καθαρή. Ποτέ δεν θα υπάρξω καθαρότερη.” Και με κάποιο τρόπο, ήταν ο Θεός. Δεν ήμουν σίγουρη ότι δεν ήταν… απλά κάτι δροσερό και σκοτεινό και καθαρό.

Αυτό δεν ήταν θρησκεία, ωστόσο. Αφορούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το σωματικό. Δεν μπορούσα να βιώσω το ίδιο αίσθημα κατά τη διάρκεια της ημέρας, με τα χέρια μου βουτηγμένα στο βρώμικο νερό των πιάτων και με τον σκληρό ήλιο να αποκαλύπτει την βρωμιά στις στέγες. Και μετά απο κάποιο διάστημα, ακόμα και τη νύχτα, το αίσθημα του Θεού δεν κρατούσε. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι εννοούσε ο επίσκοπος όταν είπε: “Ο Θεός, ο πατέρας, βλέπει ακόμα και το μικρότερο σπουργίτι να πέφτει. Επιβλέπει όλα τα παιδιά του.” Αυτό μου προκάλεσε μεγάλη σύγχιση. Άλλα ήμουν σίγουρη για ένα πράγμα. Αν ο Θεός ήταν πατέρας, με παιδιά, αυτή η καθαρότητα που ένιωθα δεν ήταν Θεός. Έτσι, τις νύχτες, όταν πήγαινα στο κρεβάτι, σκεφτόμουν πια “Είμαι καθαρή. Νυστάζω.” Και τότε κοιμόμουν. Δεν με εμπόδιζε απ’ το να απολαμβάνω την καθαρότητα εξίσου. Απλά ήξερα πως ο Θεός δεν ήταν εκεί. Ήταν ένας άντρας σε έναν θρόνο στον Παράδεισο, οπότε ήταν εύκολο να τον ξεχάσεις.

Μερικές φορές ανακάλυπτα πως ήταν χρήσιμο να τον θυμάσαι· ειδικά όποτε έχανα πράγματα που είχαν σημασία. Αφού αναστάτωνα το σπίτι, πανικόβλητη και λαχανιασμένη απ’ την αναζήτηση, μπορούσα να σταματήσω στη μέση του δωματίου και να κλείσω τα μάτια μου. “Σε παρακαλώ Θέε, άσε με να βρω το κόκκινο καπέλο μου με τα γαλάζιο στόλισμα.” Συνήθως είχε αποτέλεσμα. Ο Θεός έγινε ο υπερ-πατέρας που δεν μπορούσε να με δείρει. Αλλά αν ήθελα κάτι πολύ, φρόντιζε γι’ αυτό.

Αυτό μου προκαλούσε ικανοποίηση μέχρις ότου άρχισα να σκέφτομαι ότι αν ο Θεός αγαπούσε όλα τα παιδιά του εξίσου, γιατί παιδευόταν για το δικό μου κόκκινο καπέλο και άφηνε άλλους να χάνουν τους πατέρες και τις μητέρες τους για πάντα; Άρχισα να συμπεραίνω ότι δεν είχε μεγάλη σχέση με τα καπέλα, τον θάνατο ή με οτιδήποτε άλλο. Συνέβαιναν είτε το ήθελε ή όχι και εκείνος έμενε στον παράδεισο και έκανε ότι δεν βλέπει. Αναρωτήθηκα για λίγο γιατί ο Θεός ήταν ένα τόσο άχρηστο πράγμα. Φαινόταν χάσιμο χρόνου να τον έχεις. Μετά απο αυτό άρχισε να λιγοστεύει μέχρι που έγινε… ανυπαρξία.

Ένιωσα κάπως περήφανη σκεπτόμενη πως είχα βρει την αλήθεια μόνη, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Παραξενευόμουν που άλλοι άνθρωποι δεν την είχαν βρει. Ήμασταν νεότεροι. Είχαμε φτάσει πέρα απ’ αυτόν. Γιατί δεν μπορούσαν να το δούν; Ακόμα με παραξενεύει.

Μια μέρα του 1999, η Frances Farmer πήρε την εκδίκησή της απ’ το Seattle.

Tagged ,

p’ta

After all, my erstwhile dear,

My no longer cherished.

Need we say it wasn’t love

Just because it perished?

Οι Τρεις “Ταφες” Του Πετρου Κωστοπουλου

της Αφροδίτης Πολίτη 
.
Mέχρι κι ένα χρόνο πριν την αποκαθήλωσή του, ο βασιλιάς του λάιφ στάιλ υποκινούσε τους εργαζόμενούς του να γίνουν απεργοσπάστες, να προσπεράσουν τα απεργιακά μπλόκα, ελπίζοντας οι ίδιοι να τη βολέψουν κι ας μην πληρώθηκαν ποτέ ακόμη και γι’ αυτό το μεροκάματο.
Ο  φυσικός θάνατος ενός  μη τηλεοπτικού πνευματικού προσώπου, για παράδειγμα ενός ποιητή, ρεμπέτη ή ζωγράφου το πολύ να γίνει ένα μονόστηλο. Όμως η ατιμωτική αποκαθήλωση του εγχώριου εκπροσώπου του λάιφ-στάιλ, όπως αποτυπώθηκε στη χρεοκοπία του πρώην εκδότη της Ιμάκο Πέτρου Κωστόπουλου, μετατράπηκε σχεδόν σε εθνικό ντιμπέιτ. Απασχόλησε την τηλεόραση, τον Τύπο και το διαδίκτυο, συζητήθηκε σε παρέες, πυροδότησε δεκάδες άρθρα και χιλιάδες σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γέννησε δακρύβρεχτες επιστολές του ίδιου του Κωστόπουλου και της συζύγου του Τζένης, που έγραψαν από μόνοι τους το συμβολικό τους επικήδειο, αντλώντας θεαματική υπεραξία ακόμα και από τον οικονομικό θάνατο της «οικογενειακής» επιχείρησης.
.
Όλοι έχουν μια γνώμη για το πόσο κάθαρμα, βλάχος, λαμόγιο, απατεώνας ή αντίθετα μάγκας, ξύπνιος και καραμπουζουκλής ήταν ο βολιώτης με την απαστράπτουσα οδοντοστοιχία και ο εσμός που τον εξέθρεψε. Ολοι έχουν άποψη για την πασοκίλα των ’90s, την εποχή της δανεικής χλιδής, των Πόρσε Καγιέν στο Κολωνάκι, της απενοχοποίησης της βίζιτας, το πόσο κακόγουστοι και βαρετοί ήταν τέλος πάντων όλοι αυτοί οι τόνοι ιλουστρασιόν χαρτιού με γυμνή φοτοσοπαρισμένη σάρκα, πόσο γλάστρες ήταν οι γλάστρες, πόσο μόδιστροι οι μόδιστροι και πόσο κενό το κενό. Η μετά θάνατον επιβεβαίωση της ματαιότητας μιας φούσκας καταντά ανούσια ταυτολογία, τόσο προφανής όσο η διαπίστωση ότι μετά τη δύση του ήλιου σκοτεινιάζει. Τόσο ανώφελη όσο η διαφήμιση με τον Πορτοσάλτε που ανακοινώνει ευτυχής «οχτώ και πέντε η ώρα», αφού το διασταυρώνει δυο φορές.
.
Πρώτος από όλους έχει γνώμη και άποψη γι’ αυτό τον προανακοινωθέντα θάνατο ο ίδιος ο αποκαθηλωμένος βασιλιάς, που προφανώς γελάει ικανοποιημένος που ο Τιτανικός του πουλάει εισιτήρια στους ιθαγενείς θεατές – που ήδη πνίγονται στα απόνερα του μεγάλου ναυαγίου. Αυτοί για τους οποίους κανείς δεν μιλάει, παρά με λίγες αράδες για «τις παράπλευρες απώλειες» ή απλώς για να πει το εξωφρενικό «σόρι αλλά δεν μπορώ να σας συμπαρασταθώ» είναι οι δεκάδες απλήρωτοι και απολυμένοι χωρίς αποζημίωση υπαλλήλοι, οι εκατοντάδες φεσωμένοι ως και με δεδουλευμένα ενός χρόνου συνεργάτες και απασχολούμενοι με δελτίο παροχής στην ήδη από καιρό παραπαίουσα αυτοκρατορία της Ιμάκο.
.
Όταν πέρυσι την άνοιξη ο Κωστόπουλος έκανε απολύσεις, φέρνοντας μάλιστα την αστυνομία στις συνδικαλιστικές εκπροσώπους των εργαζομένων, τα σωματεία του Τύπου κήρυξαν 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Στην ομάδα της περιφρούρησης είδαμε τραγελαφικά φαινόμενα φοβισμένων γυναικών και αντρών να πηδάνε κάγκελα, για να δουλέψουν άλλο ένα επισφαλές και προφανώς απλήρωτο απεργοσπαστικό μεροκάματο. Είδαμε βανάκι να μεταφέρει κρυφά απεργοσπάστες, είδαμε μπράβους να τρομοκρατούν την απεργιακή περιφρούρηση, ακόμα κι έναν οδηγό φορτηγού να γκαζώνει για να πατήσει απολυμένη εργαζόμενη. Τότε ο «θείος Πέτρος», όπως τον αποκαλούσαν, έδινε συγχαρητήρια στο εργασιακό και εταιρικό ήθος των υπαλλήλων του και τους διαβεβαίωνε ότι με σκληρή δουλειά όλα θα πάνε καλά. Σήμερα, αφού τότε δεν τον πήραν με τις πέτρες,  μοιράζει ανενόχλητος φέσια, κόλυβα και χαμόγελα παίζοντας το τελευταίο δράμα μιας κακόγουστης σαπουνόπερας.
.
Ό,τι και να γράψουμε για το θάνατο του λάιφ στάιλ, επικήδειους ή λίβελλους, κατάρες ή απολογισμούς, τίποτα δεν πιάνει τόπο μπροστά στο θάνατο της πραγματικής ζωής, το θάνατο της εργασίας, στο θάνατο του μέλλοντος, όχι του ενός φελλού που θα επιπλεύσει όπως οι όμοιοί του, αλλά των χιλιάδων ανθρώπων που ήδη βουλιάζουν. Για τους χιλιάδες είλωτες της βιομηχανίας όχι μόνο του λάιφ στάιλ, αλλά όλης της στρεβλής ανάπτυξης που καρπώθηκε η ελληνική ελίτ τις περασμένες δεκαετίες, πατώντας στις πλάτες ελλήνων και ξένων εργατών, αξίζει όχι μόνο να θάψουμε το κακοφορμισμένο πτώμα του λάιφ στάιλ, αλλά να αναστήσουμε το φάντασμα της ελευθερίας, πέρα από καταναγκασμούς και συνταγές, λαϊφσταϊλάτης ή τεχνοκρατικής κοπτοραπτικής. Από το Nίτρο στο PSI, είναι μια φούσκα δρόμος. Όσο γελάμε με το σκάσιμο της πρώτης, μας πνίγει ήδη η μέγγενη του δεύτερου.
πηγή: ΠΡΙΝ