Μπατλ Ραπ.

Πρετεντέρης. Μανδραβέλης. Παπαχελάς. Μίχας. Χωμενίδης. Ισοδύναμα και κατ’αντιστοιχία: ο πρωταγωνιστής του – μαζικού πλέον – συνθήματος “αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι”, μία υποδειγματική περίπτωση της ιδιότητας της Ιδεολογίας να γοητεύει τους ανίκανους, το πρότυπο της εγκάθετης δημοσιογραφίας, ένα απ’τα πολλά “τι-είν’-τούτο-πάλι” του εγχώριου δημοσιογραφικού κλάδου και ένα εξαιρετικό επιχείρημα για την θεώρηση ότι με τις κατάλληλες ιδεολογικές καταβολές, όσο ασαφείς κι αν αυτές είναι, είναι εύκολο για τον κάθε ατάλαντο με ανεπαρκή θεωρητικά εργαλεία να αποκτήσει θέση στον δημόσιο λόγο.

Απ’ αυτούς, μόνο ο Παπαχελάς ανταπεξέρχεται συνειδητά στο απειλητικό σχήμα της “Τέταρτης Εξουσίας”. Ωστόσο, οι υπόλοιποι τέσσερις δεξιοί ραντανπλάν, κατ’εξακολούθησιν πιο χαζοί κι απ’ τους ίσκιους τους, παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο να αναδείξουν την αυτοματοποιημένη φύση αυτής της Τέταρτης Εξουσίας, η οποία δεν αναπτύσσεται ως επεξεργασμένη επιχειρηματολογία αλλά ως προσυνειδητή επανάληψη και δημοσιοποίηση μίας γραμμής σκέψης με ηθικά, δικαιικά και πολιτικά αξιώματα και συμπεράσματα. Αδιαμφισβήτητα στην περίπτωσή τους, μιλάμε για παράγωγα και όχι παραγωγούς αυτής της Ιδεολογίας. Στην εικασία αυτή συνηγορεί το γεγονός ότι απο τους πέντε, μόνο ο Παπαχελάς θα καταλάβαινε τις παραπάνω πρότασεις.

Σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο Παπαχελάς ως νομιμοποιητικό επιχείρημα για την διάρθρωση της Τέταρτης Εξουσίας, ούτε φυσικά θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ο ίδιος ο Παπαχελάς δεν είναι ταυτόχρονα παραγωγός και παράγωγό της. Η αυτόματη παραγωγή του λόγου δεν είναι ζήτημα έλλειψης οξύνοιας και κριτικής επεξεργασίας. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα της αποστασιοποίησης απο αυτό που θέλει αληθινά να ειπωθεί και της κωδικοποίησής του σε θελκτική μορφή. Αυτό που στην ουσία αποτελεί πόλεμο θέσεων, παρουσιάζεται και γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης ως ένας πόλεμος εντυπώσεων. Με δεδομένο αυτό, η όποια κατάφαση στις ανοησίες των παραπάνω απο την πλευρά της λαϊκής δημοκρατίας του ίντερνετ είναι ουσιαστικά η επικύρωση της αποστασιοποίησης αυτής και κατ’ επέκταση μία συναίνεση στην μεταφορά της πραγματικότητας σε ένα πεδίο ψευδούς διαλόγου.

Στην εξαιρετικά επιτυχημένη φάρσα που παρουσίαζε φανταστικές δηλώσεις των παραπάνω μανεκέν σχετικά με την αυτοκτονία του 77χρονου, ο Άρης Δημοκίδης βλέπει ένα μακάβριο αστείο και μέσω μίας σειράς λογικών αλμάτων οδηγείται στο συμπέρασμα πως “οι επινοημένες μακάβριες δηλώσεις καταλήγουν να λένε περισσότερα για τους επώνυμους που τις αναμετέδωσαν άκριτα, παρά γι’ αυτούς που υποτίθεται πως τις έκαναν”. Έτσι, ο Δημοκίδης, παρ’ότι αναγνωρίζει υπόρρητα την αμφιλεγόμενη φύση των “συκοφαντούμενων”, εμμένει στην άποψη που αντιμετωπίζει την φάρσα ως αθέμιτο λίβελο, αυτούς που πείστηκαν και την αναπαρήγαγαν ως αφελείς και τις φανταστικές δηλώσεις ως κατ’ ανάγκην ψεύτικες. Στα επιχειρήματα του, κεντρική θέση κατέχει η χρήση του αστείου στις συγκρούσεις της Πέμπτης Φάλαγγας με την Τέταρτη Εξουσία (με την αναδημοσίευση των δηλώσεων σε φασιστικό ιστότοπο) και στο εσωτερικό της Τέταρτης Εξουσίας (μέσω της αναδημοσίευσής του απο την Άννα Παναγιωταρέα), δύο συγκρούσεις που δεν έχουν ως κίνητρο κάποια αξιακή διαφωνία ή κάποια συνειδητή προσωπική αντιπάθεια, αλλά αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένους ιδιοτελείς ανταγωνισμούς στον χώρο της επικαιρότητας.

Με το δεδομένο όμως ότι η πραγματικότητα είναι κάτι που δεν εκφράζεται στο δημοσιογραφικό έργο αυτών των πέντε προσώπων, η επινόηση αυτών των δηλώσεων είναι εξίσου ψεύτικη με το έργο αυτό. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα, το ιστορικό άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη το περασμένο καλοκαίρι, μετά το μακελειό στην Νορβηγία όπου έγραφε:

Νομίζω ότι λάθος χώρα διάλεξε ο Αντερς Μπρέρινγκ Μπρέιβικ για να ξεσπάσει το δολοφονικό μένος του.

Στη Νορβηγία, ας πούμε, ο πόνος από την κτηνωδία οδήγησε στη γενική κατακραυγή. Ακόμη και ο ίδιος ο πατέρας του τον έστησε στον τοίχο.

Στην Ελλάδα θα είχαν βρεθεί εφημερίδες, δημοσιογράφοι και δικηγόροι να του αναγνωρίσουν ένα σωρό ελαφρυντικά ή να ανασύρουν αναρίθμητους συμψηφισμούς.

Θα έλεγαν ότι κακώς διώκεται διότι ο άνθρωπος είναι «αντιεξουσιαστής» – και ως γνωστόν ο «αντιεξουσιαστής» είναι στη χώρα μας κάτι σαν προστατευόμενο είδος…

Θα επιχειρηματολογούσαν ότι βρίσκεται σε «μετεφηβική ηλικία» και «έλα μωρέ, το παιδί!».

Ή θα αναρωτιόντουσαν πονηρά γιατί να καταδικαστεί ο φονιάς από τη στιγμή που οι υπαίτιοι της Siemens ή του Χρηματιστηρίου δεν έχουν καταδικαστεί ακόμη.”

- Ι. Κ. Πρετεντέρης “Ποιά Ευρώπη”, ΤΑ ΝΕΑ, 28/7/2011

Φυσικά, το ψευδές δεν είναι η έκθεση μίας άποψης. Το ψευδές εδώ αφορά την άρρητη στόχευση του κειμένου, την αδέξια προσπάθεια να αξιοποιήσει ένα τραγικό γεγονός για να εξισώσει τα πολιτικά ερωτήματα που τέθηκαν στην εγχώρια δικαιοσύνη με μία πράξη φρίκης την οποία θα καταδίκαζαν όλοι όσοι θέτουν αυτά τα ερωτήματα, ενώ ταυτόχρονα, ασχέτως της πράξης, όλοι τους θα είχαν καταδικάσει τον Μπρέιβικ ως ισλαμοφοβική, φασιστική και παρανοϊκή προσωπικότητα και κατά συνέπεια ως εχθρό τους τόσο σε άμεσο όσο και σε αξιακό επίπεδο. Η αλήθεια του Πρετεντέρη είναι ότι παρ’ότι γνωρίζει την απόσταση που υπάρχει μεταξύ του Μπρέιβικ και των κινημάτων, ως δεξιός καθεστωτικός ιδεολόγος (και κατ’εμέ χωρίς να έχει επίγνωση ο ίδιος της μετάφρασης που κάνει), αξιοποιεί την θέση του για να ποινικοποιήσει ηθικά τις τάσεις που αντιτίθενται σ’ αυτό που ο ίδιος αντιμετωπίζει ως ενσάρκωση του ορθού, τουτέστιν το υπάρχον πολιτικό σύστημα, σε όποια κατάσταση κι αν αυτό βρίσκεται. Η αλήθεια της άποψής του αφορά έναν πόλεμο συμφερόντων ανάμεσα σε κάποιες πλευρές της κοινωνίας που δεν υπάρχει τρόπος να αποκτήσουν κοινό όφελος στα πλαίσιά της και συνεπώς ο ίδιος εκφράζει το συμφέρον της δικής του πλευράς ενάντια στην πολιτική ανυπακοή. Αυτό που εκφράζεται στο άρθρο απ’την άλλη είναι ένας εντυπωσιασμός που παρουσιάζει την άποψη του Πρετεντέρη ως το κοινό όφελος, ως την γνώμη του “Καλού” και του κοινωνικά ορθού. Κοινώς, ένα ψέμα.

Αντίστοιχα, μπορεί κανείς να θυμηθεί την μεταστροφή του Πάσχου Μανδραβέλη στην θεωρία του Χένρυ Ντέηβιντ Θορώ, εμβληματικού συγγραφέα της αντικαθεστωτικής γραμματείας, ενα αξιοθαύμαστο κοκταίηλ αγραμματοσύνης, αλαζονίας και ανοησίας (και είμαι ακόμα στο Άλφα) για την οποία δεν είναι ανάγκη να μπει κανείς σε αντίστοιχη ερμηνευτική διαδικασία, μιας και έτυχε ήδη μιας πληρέστατης απάντησης απο τον Κώστα Δεσποινιάδη.

Έχοντας ορίσει λοιπόν το τι αποτελεί ψέμα στο πεδίο της αθρογραφίας, μίας διαδικασίας καταγραφής ατομικών απόψεων, δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίσουμε τις ατάκες της φάρσας ως πραγματικό μέρος του έργου των παραπάνω πέντε. Άλλωστε, η όλη επιτυχία της βασίζεται στην συνάφεια αυτών των ψεύτικων δηλώσεων με το συγγραφικό corpus αυτών των σπουδαίων προσωπικοτήτων και με την ιδεολογία που αναπαράγουν, η οποία, εκεί που δεν έχει το διακύβευμα της μεγάλης αναγνωσιμότητας, όπως στην περίπτωση της ασημαντότητας της Έλιας Ζερβού, έχει εν πολλοίς πραγματοποιήσει αυτές τις δηλώσεις. Αν ο Δημοκίδης απορεί για το ποιόν των αναγνωστών του διαδικτύου, ας προτιμήσει αντί των όσων δεν βρήκαν λόγο να αμφισβητήσουν την ύπαρξη αυτών των δηλώσεων, να κοιτάξει τους σχολιαστές των άρθρων της Ζερβού, όπου διάφορα ανδρείκελα ελληνολατρικών-εθνικιστικών καταβολών πανηγυρίζουν τα κείμενα ενός ατόμου που αδυνατεί να γράψει μία παράγραφο στα Ελληνικά. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να προσάψει πραγματικά στην φάρσα, είναι ότι άφησε απ’έξω την Πρώτη Κυρία της Ναυτίας, Σώτη Τριανταφύλλου.

Ερημογραφια VI: Η Εκδικηση της Frances Farmer Στο Σιατλ

Ένα πανέμορφο κορίτσι, μία ιδιοφυία, μία κομμουνίστρια που αντιπαθούσε τους μπάτσους και τα μεγάλα κεφάλια των χολιγουντιανών στούντιο. Και ακόμα: μία τρελή, μία έγκλειστη, μία κλονισμένη, μία περιθωριοποιημένη. Και ακόμα: το κορίτσι που η μάνα της ακροβάτησε στο Λος Άντζελες για να αποδώσει την νευρική κατάρρευση της κόρης της στον Παγκόσμιο Κομμουνισμό. Και τέλος: το γλυκό αυτό είδωλο που στα 18 της έγραψε το παρακάτω κείμενο:

FRANCES FARMER

Ο Θεός Πεθαίνει

Κανείς δεν ήρθε ποτέ να μου πεί: “Είσαι ανόητη. Δεν υπάρχει Θεός. Κάποιος σε παραπλάνησε.” Δεν ήταν φόνος. Νομίζω ο Θεός πέθανε απλά απο γηρατειά. Και όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε πια, δεν ταράχτηκα. Φαινόταν φυσικό και σωστό.

‘Ισως να φταίει που ποτέ δεν εντυπωσιάστηκα καταλλήλως απο μια θρησκεία. Πήγα στο Κατηχητικό και μου άρεσαν οι ιστορίες για τον Χριστό και το Άστρο των Χριστουγέννων. Ήταν πανέμορφες. Η θύμησή τους έφερνε χαρά και θαλπωρή. Αλλά δεν τις πίστευα. Ο δάσκαλος του Κατηχητικού μιλούσε παρόμοια με την δασκάλα του σχολείου όταν μας έλεγε για τον Τζωρτζ Ουάσινγκτον. Ευχάριστες, όμορφες ιστορίες αλλά όχι αληθινές.

Η θρησκεία ήταν πολύ ασαφής. Ο Θεός ήταν διαφορετικός. Ήταν κάτι πραγματικό, κάτι που μπορούσα να νιώσω. Αλλά ήταν πολύ συγκεκριμένες οι στιγμές που μπορούσα να το νιώσω. Ξάπλωνα σε δροσερά, καθαρά σεντόνια την νύχτα μετά απο ένα μπάνιο, αφού είχα πλύνει τα μαλλιά μου και είχα βουρτσίσει τις γροθιές μου και τα νύχια και τα δόντια. Τότε μπορούσα να ξαπλώνω ακίνητη στο σκοτάδι με το πρόσωπο μου στραμμένο στο παράθυρο με τα δέντρα μέσα του και να μιλάω στον Θεο. “Είμαι καθαρή τώρα. Ποτέ ξανά δεν υπήρξα τόσο καθαρή. Ποτέ δεν θα υπάρξω καθαρότερη.” Και με κάποιο τρόπο, ήταν ο Θεός. Δεν ήμουν σίγουρη ότι δεν ήταν… απλά κάτι δροσερό και σκοτεινό και καθαρό.

Αυτό δεν ήταν θρησκεία, ωστόσο. Αφορούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το σωματικό. Δεν μπορούσα να βιώσω το ίδιο αίσθημα κατά τη διάρκεια της ημέρας, με τα χέρια μου βουτηγμένα στο βρώμικο νερό των πιάτων και με τον σκληρό ήλιο να αποκαλύπτει την βρωμιά στις στέγες. Και μετά απο κάποιο διάστημα, ακόμα και τη νύχτα, το αίσθημα του Θεού δεν κρατούσε. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι εννοούσε ο επίσκοπος όταν είπε: “Ο Θεός, ο πατέρας, βλέπει ακόμα και το μικρότερο σπουργίτι να πέφτει. Επιβλέπει όλα τα παιδιά του.” Αυτό μου προκάλεσε μεγάλη σύγχιση. Άλλα ήμουν σίγουρη για ένα πράγμα. Αν ο Θεός ήταν πατέρας, με παιδιά, αυτή η καθαρότητα που ένιωθα δεν ήταν Θεός. Έτσι, τις νύχτες, όταν πήγαινα στο κρεβάτι, σκεφτόμουν πια “Είμαι καθαρή. Νυστάζω.” Και τότε κοιμόμουν. Δεν με εμπόδιζε απ’ το να απολαμβάνω την καθαρότητα εξίσου. Απλά ήξερα πως ο Θεός δεν ήταν εκεί. Ήταν ένας άντρας σε έναν θρόνο στον Παράδεισο, οπότε ήταν εύκολο να τον ξεχάσεις.

Μερικές φορές ανακάλυπτα πως ήταν χρήσιμο να τον θυμάσαι· ειδικά όποτε έχανα πράγματα που είχαν σημασία. Αφού αναστάτωνα το σπίτι, πανικόβλητη και λαχανιασμένη απ’ την αναζήτηση, μπορούσα να σταματήσω στη μέση του δωματίου και να κλείσω τα μάτια μου. “Σε παρακαλώ Θέε, άσε με να βρω το κόκκινο καπέλο μου με τα γαλάζιο στόλισμα.” Συνήθως είχε αποτέλεσμα. Ο Θεός έγινε ο υπερ-πατέρας που δεν μπορούσε να με δείρει. Αλλά αν ήθελα κάτι πολύ, φρόντιζε γι’ αυτό.

Αυτό μου προκαλούσε ικανοποίηση μέχρις ότου άρχισα να σκέφτομαι ότι αν ο Θεός αγαπούσε όλα τα παιδιά του εξίσου, γιατί παιδευόταν για το δικό μου κόκκινο καπέλο και άφηνε άλλους να χάνουν τους πατέρες και τις μητέρες τους για πάντα; Άρχισα να συμπεραίνω ότι δεν είχε μεγάλη σχέση με τα καπέλα, τον θάνατο ή με οτιδήποτε άλλο. Συνέβαιναν είτε το ήθελε ή όχι και εκείνος έμενε στον παράδεισο και έκανε ότι δεν βλέπει. Αναρωτήθηκα για λίγο γιατί ο Θεός ήταν ένα τόσο άχρηστο πράγμα. Φαινόταν χάσιμο χρόνου να τον έχεις. Μετά απο αυτό άρχισε να λιγοστεύει μέχρι που έγινε… ανυπαρξία.

Ένιωσα κάπως περήφανη σκεπτόμενη πως είχα βρει την αλήθεια μόνη, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Παραξενευόμουν που άλλοι άνθρωποι δεν την είχαν βρει. Ήμασταν νεότεροι. Είχαμε φτάσει πέρα απ’ αυτόν. Γιατί δεν μπορούσαν να το δούν; Ακόμα με παραξενεύει.

Μια μέρα του 1999, η Frances Farmer πήρε την εκδίκησή της απ’ το Seattle.

Tagged ,

p’ta

After all, my erstwhile dear,

My no longer cherished.

Need we say it wasn’t love

Just because it perished?

Οι Τρεις “Ταφες” Του Πετρου Κωστοπουλου

της Αφροδίτης Πολίτη 
.
Mέχρι κι ένα χρόνο πριν την αποκαθήλωσή του, ο βασιλιάς του λάιφ στάιλ υποκινούσε τους εργαζόμενούς του να γίνουν απεργοσπάστες, να προσπεράσουν τα απεργιακά μπλόκα, ελπίζοντας οι ίδιοι να τη βολέψουν κι ας μην πληρώθηκαν ποτέ ακόμη και γι’ αυτό το μεροκάματο.
Ο  φυσικός θάνατος ενός  μη τηλεοπτικού πνευματικού προσώπου, για παράδειγμα ενός ποιητή, ρεμπέτη ή ζωγράφου το πολύ να γίνει ένα μονόστηλο. Όμως η ατιμωτική αποκαθήλωση του εγχώριου εκπροσώπου του λάιφ-στάιλ, όπως αποτυπώθηκε στη χρεοκοπία του πρώην εκδότη της Ιμάκο Πέτρου Κωστόπουλου, μετατράπηκε σχεδόν σε εθνικό ντιμπέιτ. Απασχόλησε την τηλεόραση, τον Τύπο και το διαδίκτυο, συζητήθηκε σε παρέες, πυροδότησε δεκάδες άρθρα και χιλιάδες σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γέννησε δακρύβρεχτες επιστολές του ίδιου του Κωστόπουλου και της συζύγου του Τζένης, που έγραψαν από μόνοι τους το συμβολικό τους επικήδειο, αντλώντας θεαματική υπεραξία ακόμα και από τον οικονομικό θάνατο της «οικογενειακής» επιχείρησης.
.
Όλοι έχουν μια γνώμη για το πόσο κάθαρμα, βλάχος, λαμόγιο, απατεώνας ή αντίθετα μάγκας, ξύπνιος και καραμπουζουκλής ήταν ο βολιώτης με την απαστράπτουσα οδοντοστοιχία και ο εσμός που τον εξέθρεψε. Ολοι έχουν άποψη για την πασοκίλα των ’90s, την εποχή της δανεικής χλιδής, των Πόρσε Καγιέν στο Κολωνάκι, της απενοχοποίησης της βίζιτας, το πόσο κακόγουστοι και βαρετοί ήταν τέλος πάντων όλοι αυτοί οι τόνοι ιλουστρασιόν χαρτιού με γυμνή φοτοσοπαρισμένη σάρκα, πόσο γλάστρες ήταν οι γλάστρες, πόσο μόδιστροι οι μόδιστροι και πόσο κενό το κενό. Η μετά θάνατον επιβεβαίωση της ματαιότητας μιας φούσκας καταντά ανούσια ταυτολογία, τόσο προφανής όσο η διαπίστωση ότι μετά τη δύση του ήλιου σκοτεινιάζει. Τόσο ανώφελη όσο η διαφήμιση με τον Πορτοσάλτε που ανακοινώνει ευτυχής «οχτώ και πέντε η ώρα», αφού το διασταυρώνει δυο φορές.
.
Πρώτος από όλους έχει γνώμη και άποψη γι’ αυτό τον προανακοινωθέντα θάνατο ο ίδιος ο αποκαθηλωμένος βασιλιάς, που προφανώς γελάει ικανοποιημένος που ο Τιτανικός του πουλάει εισιτήρια στους ιθαγενείς θεατές – που ήδη πνίγονται στα απόνερα του μεγάλου ναυαγίου. Αυτοί για τους οποίους κανείς δεν μιλάει, παρά με λίγες αράδες για «τις παράπλευρες απώλειες» ή απλώς για να πει το εξωφρενικό «σόρι αλλά δεν μπορώ να σας συμπαρασταθώ» είναι οι δεκάδες απλήρωτοι και απολυμένοι χωρίς αποζημίωση υπαλλήλοι, οι εκατοντάδες φεσωμένοι ως και με δεδουλευμένα ενός χρόνου συνεργάτες και απασχολούμενοι με δελτίο παροχής στην ήδη από καιρό παραπαίουσα αυτοκρατορία της Ιμάκο.
.
Όταν πέρυσι την άνοιξη ο Κωστόπουλος έκανε απολύσεις, φέρνοντας μάλιστα την αστυνομία στις συνδικαλιστικές εκπροσώπους των εργαζομένων, τα σωματεία του Τύπου κήρυξαν 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Στην ομάδα της περιφρούρησης είδαμε τραγελαφικά φαινόμενα φοβισμένων γυναικών και αντρών να πηδάνε κάγκελα, για να δουλέψουν άλλο ένα επισφαλές και προφανώς απλήρωτο απεργοσπαστικό μεροκάματο. Είδαμε βανάκι να μεταφέρει κρυφά απεργοσπάστες, είδαμε μπράβους να τρομοκρατούν την απεργιακή περιφρούρηση, ακόμα κι έναν οδηγό φορτηγού να γκαζώνει για να πατήσει απολυμένη εργαζόμενη. Τότε ο «θείος Πέτρος», όπως τον αποκαλούσαν, έδινε συγχαρητήρια στο εργασιακό και εταιρικό ήθος των υπαλλήλων του και τους διαβεβαίωνε ότι με σκληρή δουλειά όλα θα πάνε καλά. Σήμερα, αφού τότε δεν τον πήραν με τις πέτρες,  μοιράζει ανενόχλητος φέσια, κόλυβα και χαμόγελα παίζοντας το τελευταίο δράμα μιας κακόγουστης σαπουνόπερας.
.
Ό,τι και να γράψουμε για το θάνατο του λάιφ στάιλ, επικήδειους ή λίβελλους, κατάρες ή απολογισμούς, τίποτα δεν πιάνει τόπο μπροστά στο θάνατο της πραγματικής ζωής, το θάνατο της εργασίας, στο θάνατο του μέλλοντος, όχι του ενός φελλού που θα επιπλεύσει όπως οι όμοιοί του, αλλά των χιλιάδων ανθρώπων που ήδη βουλιάζουν. Για τους χιλιάδες είλωτες της βιομηχανίας όχι μόνο του λάιφ στάιλ, αλλά όλης της στρεβλής ανάπτυξης που καρπώθηκε η ελληνική ελίτ τις περασμένες δεκαετίες, πατώντας στις πλάτες ελλήνων και ξένων εργατών, αξίζει όχι μόνο να θάψουμε το κακοφορμισμένο πτώμα του λάιφ στάιλ, αλλά να αναστήσουμε το φάντασμα της ελευθερίας, πέρα από καταναγκασμούς και συνταγές, λαϊφσταϊλάτης ή τεχνοκρατικής κοπτοραπτικής. Από το Nίτρο στο PSI, είναι μια φούσκα δρόμος. Όσο γελάμε με το σκάσιμο της πρώτης, μας πνίγει ήδη η μέγγενη του δεύτερου.
πηγή: ΠΡΙΝ

Ερημογραφια V: Οι Πολεις Και Η Επιθυμια

Μετά τρεις ημέρες, πηγαίνοντας προς το νότο, ο ταξιδιώτης συναντάει την Αναστασία, πόλη που την περιβρέχουν ομόκεντρα κανάλια και πάνω της πετούν χαρταετοί. Θα ‘πρεπε τώρα ν’ απαριθμήσω τα εμπορεύματα που εδώ συμφέρει ν’ αγοράσεις: αχάτη, όνυχα, χρυσόπρασο και άλλες ποικιλίες του χαλκηδονίου· να παινέσω το κρέας του φασιανού που εδώ μαγειρεύεται πάνω στη φλόγα του σιτεμένου ξύλου της κερασιάς και πασπαλίζεται με πολλή ρίγανη· να πω για τις γυναίκες που είδα να κάνουν μπάνιο στην πηγή ενός κήπου και που – όπως λένε – καμιά φορά προσκαλούν τον περαστικό να ξεντυθεί μαζί τους και να τις κυνηγήσει στο νερό. Όμως μ’ αυτές τις πληροφορίες δε θα σου είχα πει τίποτα για την αληθινή ουσία της πόλης: γιατί ενώ η περιγραφή της Αναστασίας ξυπνάει μία μία τις επιθυμίες έτσι που να σ’ αναγκάσει να τις καταπνίξεις, όταν βρεθείς ένα πρωί στην καρδιά της Αναστασίας οι επιθυμίες ξυπνάνε όλες μαζί και σε περικυκλώνουν. Η πόλη σου φαίνεται σαν ένα σύνολο όπου καμιά επιθυμία δε χάνεται και του οποίου αποτελείς ένα μέρος και επειδή αυτή χαίρεται κάθε τι που εσύ δε χαίρεσαι, σε σένα δε μένει παρά να ζεις μέσα σ’ αυτήν την επιθυμία και να είσαι ευχαριστημένος. Τέτοια είναι η δύναμη, άλλες φορές λένε πως είναι μοχθηρή κι άλλες καλοπροαίρετη, που έχει μέσα της αυτή η απατηλή πόλη: όταν δουλεύεις οχτώ ώρες τη μέρα σαν κόπτης του αχάτη, όνυχα, χρυσόπρασου, η κούρασή σου που δίνει μορφή στην επιθυμία παίρνει απ’ την επιθυμία τη δική της μορφή κι εσύ πιστεύεις ότι χαίρεσαι ολοκληρωτικά την Αναστασία ενώ δεν είσαι παρά σκλάβος της.

~ Ίταλο Καλβίνο, Οι Αόρατες Πόλεις

Tagged ,

Πανκ Αντιπολιτευση

Ένα απο τα πράγματα που κάνουν το πανκ να ξεχωρίζει απο τις άλλες μουσικές είναι η κοινότική του προσέγγιση. Κάθε σχήμα, όταν επιλέγει να παίξει πανκ, δεν έχει να κάνει μόνο με τις νότες που θα πετάξει και το πώς θα τις δώσει. Είναι επιτακτικό να έχει θέση για την διαδικασία παραγωγής στίχων και μουσικής, για την διαδικασία της συναυλίας και το αντίτιμό της, για την βία εντός κι εκτός των συναυλιών του, για την ετερότητα, για την κοινότητα, για την σημασία αυτού που κάνει, γι’ αυτό που “πρεσβεύει” κ.α.. Και για όλα αυτά, του χρειάζεται απλά το ενδιαφέρον γι’ αυτά που στον κόσμο του πανκ είναι κοινά. Τα οποιαδήποτε επιστημονικά εργαλεία για την διαμόρφωση της άποψης είναι προαιρετικά. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτό δείχνει ότι δεν αποδέχονται ούτε τις αξίες τις οποίες θα θέσπιζε ένας εξωτερικός σ’ αυτούς κώδικας, ούτε φυσικά ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένας τέτοιος κώδικας που να υψώνεται πάνω απο τις δράσεις και τις σκέψεις των ανθρώπων που απαρτίζουν την κοινότητα. Αυτό τελικά δεν είναι το επιθυμητό γενικότερα; Μια πανκ αντιπολίτευση.

Tagged

Ερημογραφια IV: Nightcall.

Πέρασα περίεργες ημέρες. Όπως και όλοι μας μάλλον. Είδαμε μία εξέγερση και κανείς μας δεν την ονόμασε έτσι. Ίσως γιατί δεν είναι πια κάτι υπεράνθρωπο, κάτι έξω απ’τις δυνατότητές μας, κάποια μακρινή έκρηξη οργής. Είναι πλέον αυτό που κάνουμε ως πλήθος, ο τρόπος να υπάρχουμε. Πλέον ο κόσμος έχει βγει στους δρόμους, στο πεδίο του πολέμου. Οι ιδέες δεν προπαγανδίζονται ιδιωτικά. Το πεζοδρόμιο βρέθηκε για ένα βράδυ απο πάνω μας. Απο κάτω δεν υπήρχε παραλία αλλά ελάχιστα μας πείραξε.

Sic transit gloria mundi θα σκεφτούν κάποιοι. Ναι, έτσι περνάει, έτσι πέφτουν οι κυβερνήσεις, έτσι απελευθερώνεται η μητρόπολη, έτσι το κέντρο της αθήνας ξεφεύγει απο την γενικευμένη εποπτεία. Δεν θα πω ψέματα, όταν ήρθε η Δευτέρα, σε καπιταλισμό ξυπνήσαμε και μάλιστα σε έναν καπιταλισμό χειρότερο απο τον προηγούμενο. Χειρότερο; Όχι, για την ακρίβεια μιλάμε για έναν καλύτερο καπιταλισμό, έναν καπιταλισμό 2.0, πιο βάρβαρο, πιο άνισο, πιο ειλικρινή για τις προθέσεις του. Αλλά σε έναν καπιταλισμό που η βάση του, η δυνατότητά του να παράγει έχει αρχίσει να τον σιχαίνεται, να καταλαβαίνει την λειτουργία του έξω απ’ τα θεωρητικά εργαλεία των οικονομικών επιστημών.

Ρώτησα την φίλη μου την Κ. αν στενοχωρήθηκε για το Αττικόν. “Μ’ αρέσουν οι πόλεις που παθαίνουν τα ίδια με τους κατοίκους τους” είπε.

Tagged

.

They out for presidents to represent them
You think a president could represent you?
You really think a president would represent you? (Right)

Tagged ,
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.